Ραυτόπουλος Δημήτρης

Νομενκλατούρα

Η-Εκδόσεις Πολιτειακό

Αθήνα, Οκτώβριος 2016, σ. 12
Θέματα: 
ΚοινωνιολογίαΚοινωνική διαστρωμάτωση
ΠολιτικήΝομενκλατούρα
Λέξεις-κλειδιά: 
σοσιαλισμός
κομμουνισμός
κοινωνικές τάξεις
προνόμια
ανισότητα

Αποσπάσματα από το κείμενο:

 

Η νομενκλατούρα φοβάται. Φοβάται την εργατική τάξη και την αγροτιά, που τους έχει αρπάξει την εξουσία, φοβάται τους ελεύθερους διανοούμενους, τις ιδέες, την ελευθερία. Φοβάται την ελπίδα που πάει ν’ ανατείλει μέσα στη μαυρίλα της κρίσης των δύο εκμεταλλευτικών συστημάτων, του καπιταλισμού και του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ο φόβος της και το μίσος της είναι καθαρά ταξικά: από το ξύπνημα των εκμεταλλευόμενων κινδυνεύουν τα μεσαιωνικά προνόμιά της, η απεριόριστη και άνομη εξουσία της, που έχει καταργήσει την κοινωνία των πολιτών και έχει εγκαθιδρύσει την πιο στυγνή στρατοπεδική κοινωνία της ιστορίας.

 

Νομενκλατούρα είναι ο κατάλογος των πόστων στον κομματικό και στον κρατικό μηχανισμό, αλλά και των προσώπων που τα κατέχουν, σύμφωνα με τον ομολογημένο ορισμό.

 

Ο νέος Μαρξ που θα μελετήσει και θα αναλύσει το νέο εκμεταλλευτικό σύστημα –ιστορικό τέρας απρόβλεπτο από το μαρξισμό– δεν φάνηκε ακόμα.

 

Η έρευνα του Βοσλένσκυ γίνεται με ταξικά μαρξιστικά κριτήρια, επικαλείται τη θεωρία των κλασικών του μαρξισμού.

 

Για το κρυφτό της Νομενκλατούρας και το κόμπλεξ της, ο Ελλενστάιν γράφει στον πρόλογό του: «Η νομενκλατούρα πραγματικά ντρέπεται για τον εαυτό της. Δεν θέλει να γίνει γνωστή. Δεν παίρνει την ευθύνη της γι’ αυτό που είναι. Ζει μόνο στο σκοτάδι. Κρύβεται σε λαγούμια, όπου η κοινωνιολογία δυσκολεύεται να την ξετρυπώσει. Κρύβει τα προνόμιά της (…) Είναι εθνικιστική και μιλάει για διεθνισμό. Είναι ρατσιστική και μιλάει γι’ αντιρατσισμό. Είναι προνομιούχα και μιλάει για πάλη ενάντια στα προνόμια. Θέλει τον επεκτατισμό και τον ηγεμονισμό και μιλάει για πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό (…) Ποτέ ασφαλώς στην ιστορία, και το λέω ζυγίζοντας τις λέξεις μου, ένα καθεστώς δεν έδειξε τόση υποκρισία και τόση κρυψίνοια».

 

Το χαρακτηριστικό και η ιδιομορφία αυτής της κυρίαρχης τάξης είναι ακριβώς ότι ταυτίζεται με το κράτος, όπως στη φεουδαρχία. Τα προνόμιά της και οι απολαβές της όμως δεν στηρίζονται σε τίτλους ιδιοκτησίας, ούτε στο επίσημο δίκαιο, είναι αντίθετα στο Σύνταγμα και στην επίσημη ιδεολογία. Είναι λοιπόν παράνομα. Γι’ αυτό η νομενκλατούρα μετέρχεται χοντροκομμένες πονηρίες και τερτίπια για να τα αποκρύψει, να τα μακιγιάρει.

 

Η τάξη αυτή έχει στα χέρια της ένα υπερμονοπώλιο, το κράτος, όλα τα μέσα παραγωγής, όλο τον εθνικό πλούτο, χωρίς κανένα έλεγχο από άλλη μερίδα του πληθυσμού, ζει και κινείται σε χώρο στεγανό, από φόβο και περιφρόνηση για το λαό, τρώει σε ιδιαίτερες καντίνες και εστιατόρια, προμηθεύεται εκλεκτά τρόφιμα (την «κρεμλιόβκα») ή έτοιμα πλούσια εδέσματα, ψωνίζει σε ειδικά τμήματα μαγαζιών, διαθέτει ευρύχωρα διαμερίσματα, ιδιόκτητη ντάτσα (εξοχική κατοικία) και δικαίωμα διακοπών σε κρατικές βίλες με φρουρά και ψηλή μάντρα, αυτοκίνητο με σωφέρ, ταξιδεύει σε ειδική θέση ή με ειδικό αεροπλάνο και θάβεται σε ιδιαίτερα νεκροταφεία!...

 

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ο μέσος μισθός ενός εργαζόμενου στην ΕΣΣΔ είναι 167 ρούβλια (10.600 δραχμές [31,11 ευρώ]). Είναι τρεις φορές χαμηλότερος από το μεροκάματο του γάλλου εργάτη και δύο φορές χαμηλότερος από το επίδομα του γάλλου άνεργου. Στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο καλός μισθός, λέει ο Μ.Β., ενώ ο συνηθισμένος μισθός των πολλών είναι 100 ρούβλια (6.300 δραχμές [18,49 ευρώ]). Εδώ ο απολογητής έχει την απάντηση έτοιμη: Ναι, ο μισθός είναι ονομαστικά χαμηλός αλλά υπάρχει και το «αόρατο τμήμα» του μισθού. Υπάρχουν οι κοινωνικές παροχές, φθηνά τρόφιμα, φθηνό νοίκι, πάμφθηνες συγκοινωνίες, δωρεάν περίθαλψη.

 

Ο Μ.Β. αποκαλύπτει τη μόνιμη μιζέρια του σοβιετικού λαϊκού νοικοκυριού, που διαθέτει το 80% του οικογενειακού εισοδήματος, για το φαγητό, ενώ κανένας εργαζόμενος δεν μπορεί να θρέψει μια οικογένεια μόνος του, χωρίς τη δουλειά της γυναίκας του ή των ενήλικων παιδιών. Υπάρχουν φθηνά μακαρόνια, ψωμί, πατάτες. Τα καλύτερα είδη διατροφής σπανίζουν, κατά καιρούς εξαφανίζονται και είναι πανάκριβα (κρέας, ψάρια, φρούτα, σοκολάτα, καφές κλπ.). Η προμήθεια τροφίμων για το σπίτι είναι η μόνιμη αγωνία και το μαρτύριο της νοικοκυράς (γυναικεία δουλειά είναι κι εκεί το πανέρι, η κουζίνα).

 

Το νοίκι είναι πραγματικά φθηνό, αλλά ο κάθε κοινός θνητός έχει στο μερτικό του 9 τετ. μέτρα (3Χ3 μ.). Αυτός είναι ο απατηλός μέσος όρος, ενώ οι λίστες εκείνων που διαθέτουν λιγότερο από 4 τ.μ. είναι ατελείωτες στην ουρά των υποψηφίων για στέγαση, που περιμένουν χρόνια και χρόνια.

 

Η περίθαλψη! Άλλος μύθος που μας έχει γαλουχήσει. Για να περάσει μια ιατρική εξέταση ο κοινός θνητός πρέπει να σταθεί στην ουρά ώρες. Διάρκεια επίσκεψης 17 λεπτά, από τα οποία τα μισά για γραφειοκρατικές διατυπώσεις. Το μπαξίσι στο γιατρό, στο νοσοκομείο, είναι θεσμός. Καλή ώρα…

 

Γιατί αυτή η χρόνια μιζέρια της ελαφράς βιομηχανίας και της γεωργίας; Εκτός από την έλλειψη κινήτρων, την απογοήτευση των εκμεταλλευόμενων και την ανικανότητα των διορισμένων νομενκλατόρων, ο Μ.Β. υπογραμμίζει την ίδια την εκτίμηση της νομενκλατούρας. Αυτή θεωρεί καθαρή απώλεια –αναγκαία δυστυχώς– την παραγωγή αγαθών, εκτός βέβαια από όσα εκλεκτά ντόπια και ξένα εξασφαλίζει πλουσιοπάροχα στον εαυτό της.

 

Ο μισθός ενός προϊσταμένου τμήματος της Κ.Ε. είναι 450 ρούβλια, δηλαδή μόνο 3-4 φορές μεγαλύτερος από το μισθό του κοινού θνητού. Γι’ αυτόν όμως υπάρχει πραγματικά το «αόρατο τμήμα του μισθού». Η «κρεμλιόβκα», καμάρι και περηφάνεια κάθε φτασμένου νομενκλάτορα, δηλαδή κουπόνια που δίνουν το καθένα τους ένα πανέρι με εκλεκτά τρόφιμα, άγνωστα στην αγορά, ισοδυναμεί μ’ ένα συμπλήρωμα μισθού 70 ρούβλια με τιμές του 1929 (200 σημερινά ρούβλια). Σ’ αυτά προσθέτει ο Μ.Β. διάφορα πριμ που αντικατέστησαν το φακελάκι της σταλινικής χοντροκοπιάς, το προνόμιο της εισόδου σε ειδικά μαγαζιά και μπουφέδες, τις αμοιβές για άρθρα που γράφουν με τα πόδια χιλιάδες νομενκλάτορες για τα κομματικά, συνδικαλιστικά και άλλα έντυπα: 300 ρούβλια (τρεις μηνιαίοι μισθοί ενός εργάτη) για 24 δακτυλογραφημένες σελίδες. Η τιμή με το ζύγι…

 

Οι μεγάλοι νομενκλάτορες διαθέτουν διπλή αστική κατοικία, ιδιόκτητη ντάτσα, όχι όλοι, γιατί τους εξυπηρετούν καλύτερα τα πολυτελή διαμερίσματα στις κρατικές βίλες, που δεν τους στοιχίζουν και τίποτα, για τον παραθερισμό τους. Οι κυρίες των νομενκλατόρων δεν εργάζονται, βέβαια, και προκαλούν το κοινό αίσθημα με το λούσο τους, την επίδειξη χλιδής και την ανοησία τους.

 

Εκτός από τον υλικό πλούτο, η ηδονή της εξουσίας προσθέτει το άρωμά της στη ζωή της νομενκλατούρας. Καμιά κυρίαρχη τάξη στον κόσμο δεν έχει τόση εξουσία όσο αυτή. Ο συγγραφέας δίνει ζωηρούς πίνακες από τη ζωή αυτής της παράξενης πανίδας, τα φαγοπότια της, τις διασκεδάσεις της, τα ήθη της, την αδράνειά της. Μαθαίνουμε π.χ. ότι στη νομενκλατούρα δεν θεωρείται σικ να εργάζεται κανείς χειρωνακτικά, κι έτσι κανείς δεν καλλιεργεί ένα κήπο. Δεν είναι γνώρισμα φτασμένου γραφειοκράτη το να οδηγεί μόνος του το αυτοκίνητό του, κι έτσι ξαπλώνει στο πίσω κάθισμα, όσο κι αν του αρέσουν τα σπορ. Και υπάρχουν άνθρωποι που κάθονται με τις ώρες στον κήπο της βίλας τους ακίνητοι, κοιτάζοντας ίσια μπροστά τους. Τόση είναι η περιφρόνηση στην εργασία, στο προλεταριάτο. Κι ένα μέλος της μοναδικής αυτής ελίτ δεν μπορεί να έχει στο γραφείο του λιγότερα από έξη τηλέφωνα!...

 

Η προβολή φιλμ πορνό εν στενώ κύκλω είναι κάτι ευεξήγητο σε μια τέτοια ελίτ. Πώς να εξηγήσεις κανείς όμως το μπαξίσι στις υπηρεσίες, την ανεκτή διαφθορά, την αγοραπωλησία των πόστων που βεβαιώνει ο συγγραφέας; Οι σχετικές ταρίφες που περιέχονται σε εμπιστευτικές εκθέσεις είναι τρομακτικές. Αναφέρεται π.χ. ότι το 1969, το πόστο του πρώτου γραμματέα περιοχής του Αζερμπαϊτζάν κόστιζε 200.000 ρούβλια. Η νομενκλατούρα ανέχεται τη διαφθορά, που είναι πάγιος θεσμός ιδιαίτερα στην Υπερκαυκασία και στην Κεντρική Ασία. Και ο λόγος που την ανέχεται είναι πολύ απλός: η υψηλή ταρίφα εξασφαλίζει την κατοχή του πόστου από ένα νομενκλάτορα πρώτου μεγέθους. Και τείνει στην ανεπίσημη καθιέρωση των κληρονομικών δικαιωμάτων της νομενκλατούρας.